θρύψαλο

θρύψαλο
και θρούψαλο και θρούβαλο, το
το θρύμμα, το σύντριμμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θρύπτω (πρβλ. θρύψω, έθρυψα) + κατάλ. -αλο* (πρβλ. καύκ-αλο, χούφτ-αλο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • θρύψαλο — το κομμάτι, σύντριμμα: Ο καθρέφτης έπεσε κι έγινε θρύψαλα. – Μάζεψε τα θρύψαλα από το πάτωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θράψαλο — Κεφαλόποδο που μοιάζει με το καλαμάρι, από το οποίο διακρίνεται εύκολα, επειδή το τριγωνικό του πτερύγιο δεν ξεπερνά το μισό του μήκους του σώματός του, ενώ το αντίστοιχο πτερύγιο του καλαμαριού είναι μεγαλύτερο. Κοινότατο στη Μεσόγειο, ζει στο… …   Dictionary of Greek

  • διάκλαση — η (Α διάκλασις, εως) [διακλώ] θρυμμάτιση, το σπάσιμο ενός πράγματος σε πολλά κομμάτια, σε θρύψαλα νεοελλ. 1. θρύψαλο, σπασμένο κομμάτι 2. παλαιά χειρουργική μέθοδος ακρωτηριασμού, κατά την οποία έσπαζαν το οστό τού εγχειριζόμενου μέλους 3. ρήγμα… …   Dictionary of Greek

  • θράψαλος — ό το θράψαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τών θράψαλο, θρύψαλο*] …   Dictionary of Greek

  • θραύσμα — το (ΑΜ θραῡσμα) [θραύω] κομμάτι που έχει αποσπαστεί από σκληρό σώμα με θραύση, σύντριμμα, θρύψαλο («θραύσμα οβίδας») αρχ. 1. (για τη λέπρα) η εφελκίδα* 2. (στον Διοσκ.) το καλύτερο είδος τού αμμωνιακού κόμμεως 3. κάταγμα …   Dictionary of Greek

  • θρούβαλο — και θρούψαλο, το το θρύψαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρύψω < θρύπτω + κατάλ. αλο* (πρβλ. θρύψ αλο, χούφτ αλο)] …   Dictionary of Greek

  • θρούψαλο — το το θρύψαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρύπτω (πρβλ. έ θρυψα) + κατάλ. αλο (πρβλ. θρούβ αλο)] …   Dictionary of Greek

  • θρύμμα — το (ΑΜ θρύμμα) [θρύπτω] σύντριμμα, θραύσμα, θρύψαλο, κομμάτι μσν. αρχ. ψίχουλο, κομμάτι ψωμιού ή άλλου φαγώσιμου …   Dictionary of Greek

  • κότσαλο — το 1. μέρος τού σταχιού που δεν θρυμματίστηκε στο αλώνισμα 2. στέλεχος τού καρπού τού καλαμποκιού μετά την εκκόκκισή του. [ΕΤΥΜΟΛ. < *κόψανον (< κόπτω). Το ψ > τσ (πρβλ. ψευδός: τσευδός) και το ν > λ πιθ. αναλογικά προς τα βότσαλο,… …   Dictionary of Greek

  • μυριοθρουβαλίζω — (Μ) μέσ. μυριοθρουβαλίζομαι καταθρυμματίζομαι, γίνομαι θρύψαλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + αμάρτυρο ρ. *θρουβαλίζω (< θρούβαλο «θρύμμα, θρύψαλο»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”